The story around the famous Catalan song “La dama d’ Aragó”

https://www.facebook.com/plugins/post.php?href=https%3A%2F%2Fwww.facebook.com%2Ftbourliaskos%2Fposts%2F10156766229484847&width=500

Advertisements

Me quiero ir…

Granada, alguna madrugada de Septiembre 2016

Son las cinco de la mañana
Estoy cansado, pero no puedo dormir,
Mi mente no me lo deja
Por  eso escribo.

No sé qué, no sé porqué
Escribo por escribir
Porque así me siento mejor.

Que mañana voy a Málaga,

pa conocer gente nueva,

pa no sé qué

Tengo que parar de pensar tanto

Mas no lo consigo siempre.

Mi mente está cansada.

Parece que no sé…

Igual debería estar allí,

en Lisboa. Igual no.

No lo puedo evitar.

Me quiero ir, no quiero estar aquí.

No en Granada, en el lugar donde estoy.

Una angustia solo siempre, ¡nada más!

Me quiero ir, a donde hay luz, paz, bichos,

abejas, aves, vida en general.

Aquí me he rodeado de gente sin pasión,

gente que haya olvidado qué significa vida.

Pero necesitamos a la gente.

¡Qué dura esta vida! ¡Qué dura!

Y yo aquí, solo, desnudo, en una cama, en una casa.

Mi única compañía la música.

A ver como voy a estar mañana, que tengo que viajar…¡joder!

 

Άνοιγμα προς το μη γνωστό

Άνοιγμα προς το μη γνωστό

Πάει πολύς καιρός που έχω να γράψω εδώ. Ξεκίνησα να γράφω εδώ κάπου στην Πορτογαλία και ενώ είχα ήδη εκκινήσει τη διαδικάσια της αναίρεσης του παλαιού με σκοπό να καταφέρω ίσως μια μέρα να δώ και εγώ εκείνες τις μακρινές Ινδίες που τελικά κατέληξαν Καραϊβική.
Πάει καιρός λοιπόν. Περάσαν πολλά απο τότε. Μπόρες, καλοκαίρια, καύσωνες, χιόνια, φύλλα στο πάτωμα και όχι μόνο μια φορά αλλά πάνω απο δύο.
Ήρθε όμως ο καιρός και το μήλο άρχισε να αλλάζει χρώμα. Άρχισε να χάνει εκείνο το πρασινωπό χρώμα, εκείνο που και μόνο στην όψη του σου φώναζε να μη το αγγίξεις γιατί θα σου αφήσει μια πικρή γεύση. Κάποιοι είπαν να το δοκιμάσουν αψηφώντας την όψη του. Φαινόταν τόσο λαμπερό, τόσο λαχταριστό στην όψη, που πολλοί το θέλησαν. Λίγοι πήραν μια μυρωδιά και έφυγαν αλλα κάποιοι ελάχιστοι δοκίμασαν να φάνε και τους έμεινε η πικράδα στο στόμα. Ακόμα και έτσι όμως, η ανάμνηση τους έμεινε και μάλλον θα τους μείνει για καιρό στο στόμα. Είναι που κάποιες φορές ακόμα και οι πιο πικρές γεύσεις  για κάποιους ήταν ότι πιο γλυκό είχαν δοκιμάσει, μιας και η ζωή ως τότε μόνο πικρία τους είχε δώσει, και εκείνο το άγουρο μήλο ήταν ακόμα αρκετά γλυκό για να τους αποτρέψει.
Άλλοι πάλι, άραξαν δίπλα του, το χάιδεψαν, το οσφρύστηκαν, πήραν λίγη απο την αύρα του που ως γνωστό βοηθάει να ωριμάσει τα υπόλοιπα φρούτα.
Και ήρθε λοιπόν η ώρα, το μήλο να ωριμάσει, και αρχίζει να ευωδιάζει το περιβόλι προσκαλλώντας τους περίοικους να έρθουν και να το δουν, να γευτούν τους χυμούς του προτού σαπίσει.
Έτσι λοιπόν και εγώ, σα το φρούτο αρχίζω να ανασύρω απο σημειωματάρια σκέψεις και στιγμές του ταξιδιού της ωρίμανσης και σιγά σιγά θα αρχίσουν να βγαίνουν προς τα έξω.

Σε αυτή την ανάρτηση, ανασύρεται μια στιγμή που εγράφη στην Γρανάδα της Ανδαλουσίας, στα νότια της Ιβηρικής Χερσονήσου. Δεν ήταν δική μου η επιλογή του κειμένου. Αυτό μου το ζήτησε να το δημοσιεύσω. Δεν μπορούσα παρά να ακούσω την σπαραξικάρδια επιθυμία του. Το αναπαράγω ακριβώς όπως αποτυπωθήκε στο χαρτί. Ιδού λοιπόν και καλό μας ταξίδι, γιατι μόλις ξεκινάει το ταξίδι με παρέα πλέον και όχι μοναχικό.

“Granada, Septiembre 5, 2016,

Είναι Δευτέρα ξημερώματα. Ή αλλιώς, Segunda-Feira, ή Lunes, ή Monday, ή Montag, ή Lunedi ή και εγω δε ξέρω τι άλλο. Εν τέλει, το ίδιο κάνει. Είναι απλά μια ακόμη νύχτα (ή αλλιώς σκοτάδι) σε αυτή τη γή. Είμαστε όλοι μέρος ενός παιχνιδιού, ενος γαλαξιακού παιχνιδιού που το ονομάζουμε ο καθένας όπως θέλει.
Μιας και η τεχνολογία αυτό το βράδυ είπε να μη βοηθήσει, επέστρεψα εδώ σε αυτό το μικρό τετράδιο. Τί μεγάλο αυτό το τίμημα της τεχνολογίας! Μας κρατάει τόσο μακριά απο αυτά που θέλουμε να κάνουμε και επίσης τόσο κοντά με όλα τα υπολοίπα. Πόσοι και πόσοι άραγε να χάθηκαν σε αυτή. Αλλα και πόσοι άλλοι ευεργετούνται απο αυτή. Τελικά όπως και κάθε τι άλλο, η τεχνολογία μπορεί κάλλιστα να είναι απο ένα εργαλείο ύψιστης σημασίας και χρηστικότητας, αλλά συνάμα να αποτελέσει άλλη μια φυλακή στην οποία επιλέγουμε να μπούμε, κλείνοντας την πόρτα και πετάγοντας το κλειδί ώσπου να φτάσει η στιγμή να παραπονεθούμε πως μας κλείδωσαν.

Μιας λοιπόν και η τεχνολογία δεν βοηθάει θα αναλύσω λίγο την πορεία των τελευταίων χρόνων της ζωής μου. Δύσκολο εγχείρημα ωστόσο. Για να δούμε…

Όλα ξεκίνησαν μια μέρα του Σεπτέμβρη του 2014. Ένα ταξίδι διαφορετικό απο τα υπόλοιπα με ξύπνησε. Μια απρόσμενη αλλαγή στα πλάνα. Ενας συνδυασμός γεγονότων ωσάν το σύμπαν να ήθελε να με ταρακουνήσει, ώστε να ξυπνήσω απο τον λήθαργο που επέλεξα να με βάλω. Και μάλλον δεν είναι η ώρα ακόμα να τα αναλύσω όλα αυτά”

Και κάπου εκεί τελείωσε η συγγραφή εκείνης της νύχτας, που τελικά προέκυψε σύντομη.

Μάλλον έχει έρθει η ώρα να τα αναλύσω. Τί λετε και εσείς;

“Να είσαι εκείνος”, του Φερνάντο Πεσσόα

Λοιπόν, τελευταία ασχολούμαι περισσότερο με την μετάφραση πορτογαλικών κειμένων και ντοκιμαντέρ του ενδιαφέροντος μου στα νέα ελληνικά, καθώς θεωρώ πως το ελλαδικό κοινό ελάχιστα έχει λάβει σημαντικά έργα απο τον λογοτεχνικό θησαυρό των πορτογάλων και επίσης η Γκούγκλ ακόμα μεταφράζει γελοιωδώς τα πορτογαλικά στα ελληνικά. Έτσι λοιπόν θα κάνω μια προσπάθεια να μεταφράσω ή μάλλον να αναλύσω ένα ποίημα του Φ. Πεσσόα (γιατί συνήθως ποιήματα όπως του Πεσσόα είναι χαζό να τα μεταφράζεις μονομερώς) το οποίο είναι ελάχιστα γνωστό στον ελλαδικό κόσμο και το οποίο περιλαμβάνει μερικές απο τις μεγάλες αλήθειες του σύγχρονου κόσμου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για σκέψη, που τόσο είναι αναγκαία και σπανίζει σε μια εποχή όπου προωθείται η έτοιμη μασημένη άποψη.
Στο τέλος παραθέτω δυο συνδέσμους απο το αυθεντικό ποίημα αλλά και απο ένα ωραίο άρθρο στα ελληνικά για τον Πεσσόα, ίσως μια απο τις περιπτώσεις εξαιρετικής διάνοιας που όπως γίνεται συνήθως αναγνωρίστηκε μετά θάνατο, καθώς όντας εν ζωή ελάχιστοι μπορούσαν να δούν αυτο που πραγματικά ήταν. Ήταν ήδη πολύ μπροστά από τον μέσο όρο του νου της εποχής του. Κάτι που συνέβαινε, συμβαίνει και θα συμβαίνει πάντοτε.

Ο τίτλος του μετεφρασμένος είναι “Να είσαι εκείνος”.

1 Se estou só, quero não estar,
2 Se não estou, quero estar só

Eδώ προσωπικά θεωρώ πως μπορούμε να έχουμε δύο έννοιες με μια μόνο φράση, που επίσης χαρακτηρίζει τη διάνοια του Πεσσόα και την εφευρηματικότητα του, αφού το “só” στα πορτογαλικά μεταφράζεται ως επίρρημα “μόνο” / “απλά” αλλά χρησιμοποιείται και ως επίθετο, δηλαδή “μόνος”. Επίσης είναι σημαντικό κανείς να γνωρίζει την ύπαρξη και χρησιμοποίηση των δυο ρημάτων “ser” και “estar” για το ρήμα “είμαι”, αφού το πρώτο ρήμα σημαίνει “είμαι” αλλά δηλώνει χαρακτηριστικό / κατάσταση του προσώπου που δεν αλλάζει πχ “είμαι πατέρας”, ενώ το δεύτερο ρήμα που χρησιμοποιείται στους εν λόγω στίχους και που σημαίνει επίσης “είμαι” ή και “βρίσκομαι” δηλώνει κατάσταση μιας δεδομένης στιγμής “πχ. είμαι / βρίσκομαι μόνος”

Άρα η έννοια των δυο πρώτων στροφών συνοψίζεται στις εξής δύο εκδοχές:
α) “Εάν είμαι μόνος, δε θέλω να είμαι,
Εάν δεν είμαι, θέλω να είμαι μόνος”

ή / και

β) “Εάν είμαι / βρίσκομαι απλά, δε θέλω να είμαι / βρίσκομαι,
εάν δεν είμαι / βρίσκομαι, θέλω απλά να είμαι / βρίσκομαι”

3 Enfim, quero sempre estar
4 Da maneira que não estou.

“Εν τέλει, θέλω πάντα να είμαι / βρίσκομαι,
με τον τρόπο που δεν είμαι / βρίσκομαι”

5 Ser feliz é ser aquele.
6 E aquele não é feliz,

“Tο να είσαι χαρούμενος είναι να είσαι εκείνος,
και εκείνος δεν είναι χαρούμενος”

7 Porque pensa dentro dele
8 E não dentro do que eu quis.

“Γιατί σκέφτεται μέσα από εκείνον,
Και όχι μέσα απο αυτό που εγώ θέλησα”

9 A gente faz o que quer
10 Daquilo que não é nada,

“Ο κόσμος κάνει αυτό που θέλει,
Απο εκείνο που δεν είναι τίποτα”

11 Mas falha se o não fizer,
12 Fica perdido na estrada.

“Αλλά αποτυγχάνει αν δεν το κάνει,
μένει χαμένος στο δρόμο”

Η τελική κρίση είναι εδώ!

Θυμάμαι για χρόνια ολόκληρα να έχω μεγαλώσει σε μια ιδιαίτερα θρησκευόμενη οικογένεια αλλά και χώρα. Στο σχολείο μεταξύ άλλων μας μάθαιναν στο μάθημα των θρησκευτικών πως στο τέλος της ζωής μας γίνεται η μεγάλη κρίση όπου όλη η ζωή μας θα κριθεί απο τον Θεό και αντίστοιχα, με βάση τα πεπραγμένα μας είτε θα πάρουμε μια θέση στον παράδεισμο είτε στην κόλαση. Μπορώ να πώ πως σαν παιδί το μάθημα των Θρησκευτικών μάλλον αδιάφορο μου περνούσε. Ωστόσο θυμάμαι το αγαπημένο μου κομμάτι ήταν οι παραβολές. Μάλλον επειδή ήταν ωραία γραμμένες ιστοριούλες που τουλάχιστον είχαν ένα νόημα, υπήρχε κάτι να βγεί απο αυτές. Ασχέτως αν δε θυμάμαι τίποτα πλέον. Όχι ότι θυμόμουν γενικότερα αφότου περνούσαν λίγοι μήνες μετά τις εξετάσεις. Ούτως ή άλλως το σύστημα παιδείας αυτό, μόνο να μάθουμε δεν απαιτούσε, παρά μόνο να αποστηθίζουμε μεγάλα κείμενα έτσι ώστε ανούσια αυτά να τα περάσουμε αργότερα σε μια κόλλα χαρτί. Ενα σύστημα σάπιο απο τη βάση του. Κανείς δε μας έμαθε την ουσία των πραγμάτων.

Όπως και να έχει, εδώ θέλω να θίξω το θέμα τελική κρίση στη ζωή μας.
Λοιπόν τελευταια ζούσα μια πραγματικότητα που είχα αφήσει πίσω μου για κάποια χρόνια. Την πραγματικότητα των γονιών μου. Η συμβίωση μας υπήρξε τρικυμιώδης αλλά ταυτόχρονα εποικοδομητική αλλά και επιβαρυντική για την ψυχολογική και σωματική μου υγεία. Ασχέτως αν με στηρίξανε με τη στάση τους γενικότερα σε μια περίοδο της ζωής μου σημαντική. Όπου αυτή η στήριξη ήταν μεγάλης σημασίας. Θα μπορούσα ίσως να γράφω σελίδες για τα συναισθήματα που μου γεννήθηκαν μέσα σε αυτό το διάστημα, αυτά που δε γεννήθηκαν παρά μονάχα μέσα μου μονο. Εδώ ειναι ίσως η πρώτη απο τις πολλές γέννες προς τα έξω που ενδεχομένως να συνεχιστούν στο μέλλον. Ενδεχομένως γιατί ποτέ απλά δε ξέρεις τι το αύριο επιφυλλάσει.
Εδώ λοιπόν διαβάζοντας κάτι ενδιαφέρον που μου προκάλεσε κάποια συγκεκριμένη διαδικασία να εκκινηθεί, μου ήρθε λοιπόν η σκέψη της τελευταίας κρίσης και της σημασίας που αυτή έχει στη ζωή μας. Είναι απο τις σκέψεις που πολλές φορές, άσε την για αργότερα, αλλά ξέρεις πως αυτό το αργότερα μπορεί ποτέ να μην έρθει. Είτε γιατί η ζωή είναι εύθραυστη είτε γιατί η σκέψη καμιά φορά είναι σαν τον άνεμο. Έρχεται εκεί που δε την περιμένεις, σαν το πουλί που πετάει πάνω απο το κεφάλι σου και φεύγει αν δε το πιάσεις εκείνη τη στιγμή. Εγώ λοιπόν αποφάσισα αυτό το βράδυ του Ιούνη, ταξιδεύοντας, να την πιάσω και να την καταγράψω.
Συνειδητοποίησα λοιπόν στη ζωή μου και παρατηρώντας και τις ζωές των άλλων, πως κατα τη διάρκεια της ζωής μας, μας έρχονται μεγάλες δοκιμασίες όπου η τάση μας για ησυχία και ασφάλεια (έννοια την οποία θεωρώ μια ψευδαίσθηση) κοντράρεται με την λήψη σημαντικών αποφάσεων για εμάς τους ίδιους και μόνο. Απο τις αποφάσεις με την μεγαλύτερη βαρύτητα που θα μπορούσε να υπάρχει. Παραδείγματος χάρην, αποφάσεις των τάσεων των καιρών μας που καθορίζουν κατα πολύ το μέλλον μας όπως το να αποφασίσεις να μεταναστεύσεις, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά κ.ο.κ.
Εκεί λοιπόν, παρατήρησα να υπάρχουν δυο μοτίβα συμπεριφορών. Ο άνθρωπος παίρνει αυτές τις αποφάσεις με μεγάλο βάρος και δυσκολία. Εκεί λοιπόν είτε που θα αποφασίσουμε να κρίνουμε τον εαυτό μας αντικειμενικά και να του ασκήσουμε δριμύ κριτική (στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό) με βάση τα αποτελέσματα των πράξεων μας (τα οποία συνήθως είναι ορατά μετά απο αρκετό καιρό, ανάλογα την περίπτωση), είτε να αφηνόμαστε στο να παίρνουν άλλοι τις αποφάσεις για εμάς με αποτέλεσμα να αποφεύγουμε την κριτική στο άτομο μας για το τέλος, επιλογή που γίνεται συνήθως φαινομενικά ασυνείδητα, αλλά προσωπικά δε πιστεύω σε καμία ασυνείδητη απόφαση. Κατα βάθος το άτομο έχει την απόλυτη συνείδηση της επιλογής της φαινομενικής ασυνειδητότητας του. Σε αυτό συμβάλλουν τα μέγιστα όπως αναφέρθηκα αρχικώς οι θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ωθούν προς αυτή την επιλογή τα άτομα που επιλέγουν να χαρακτηρίζονται ως πιστοί. Αυτοπαρηγορούνται πως τελικός κριτής των επιλογών τους θα είναι ο Θεός και όχι ο ίδιος ο εαυτός τους. Και τι δύσκολο πράγματι που είναι να κατεστήσεις τον εαυτό σου κριτή του εαυτού σου! Θέλει πολύ αντοχή στον πόνο!
Με λίγα λόγια, συνοψίζοντας το ανωτέρω, φαίνεται πως οι επιλογές χονδρικά είναι δύο. Είτε επιλέγω να ασκώ αυστηρή κριτική στον εαυτό μου, καθώς επιθυμώ να είμαι εγώ ο συνειδητά κυρίαρχος του εαυτού μου και άρα ο μόνος υπεύθυνος των επιλογών μου, είτε αφήνω τον εαυτό μου έρμαιο των προσώπων ή καταστάσεων που συνήθως μου προσφέρουν ασφάλεια να μου καθορίζουν την πορεία της ζωής μου και άρα των παθητικών επιλογών μου.
Μοιραία, ο πρώτος άνθρωπος μπαίνει σε μια συνεχή διαδικασία, με πολλές δυσκολίες αλλά και πολλές επιβραβεύσεις, καθότι έτσι μαθαίνει τον εαυτό του καλύτερα και έχει περισσότερες πιθανότητες να ασκήσει ορθή κριτική (γιατί ας μη γελιόμαστε, ο περισσότερος κόσμος θα υποστήριζε ότι κάνει ορθή κριτική, αλλά στη πράξη αυτό συνήθως δε γίνεται).
Η δεύτερη, δε, περίπτωση με εξέπληξε όταν παρατήρησα πως εν τέλει ευσταθεί, πως οδηγεί στην προ θάνατο κρίση απο τον Θεό! Και εν τέλει, η μεγάλη έκπληξη ήταν ότι ότι ο Θέος μάλλον δεν είναι άλλος απο τον ίδιο τον άνθρωπο. Μάλλον ο ίδιος ο άνθρωπος καταλαβαίνει, ακόμα και αν δε θέλει να το παραδεχτεί, πως όταν καταλαβαίνει ότι το τέλος πλησιάζει, πως ο ίδιος ήταν ο θεός του εαυτού και δεν μιλούσε, όταν επικαλείτο τον Θέο,  παρα στον εαυτό του, στον οποίο είχε προσδώσει αυτό τον τίτλο γιατι δεν ήθελε να σηκώσει το βάρος της ανακάλυψης της θεότητας του. Πως είχε όλη τη δύναμη να σηκώσει την μοίρα του στις πλάτες του και να χαράξει ο ίδιος την πορεία της ζωής του. Αυτή λοιπόν είναι η θεϊκή κρίση κατ’εμέ.
Και ακόμα συγκλονιστικότερη ανακάλυψη ήταν πως ο παράδεισος και η κόλαση είναι αυτές οι τελευταίες στιγμές πριν το θάνατο. Οι οποίες στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι απο λίγες μέρες αλλά στη χειρότερη των περιπτώσεων (για όσους αυτοαπεστάλλησαν στην κόλαση) κρατάνε χρόνια, ειδικά τώρα με την πρόοδο της ιατρικής όπου η κοινωνία έχει την τάση να παρατείνει την ζωή των ανθρώπων, δίχως όμως να τους εξασφαλίζει μια αντίστοιχη ποιότητα ζωής.
Έτσι λοιπόν, ο άνθρωπος διενεργεί την κρίση του. Και ανάλογα νιώθει πως βρίσκεται είτε στον παράδεισο καθώς αναγνωρίζει πως στη ζωή του δεν του έμειναν απωθημένα και γαλήνια πλέον ατενίζει τον Χάρο που δεν ξέρει πότε θα έρθει, αλλά ούτε τον νοιάζει, είτε που αρχιζει να συνειδητοποιεί πως η ζωή του είναι μια κόλαση η όποια πλέον μοιάζει με ενα βούρκο ο οποίος κοχλάζει και κάθε μέρα που περνάει γίνεται ακόμα πιο δυσβάσταχτος. Το τέλος μοιάζει να είναι αιώνιο, η ψυχή ωρίεται, χτυπιέται και μαζί της το σώμα το οποίο συνήθως δείχνει τα σημάδια που αφήνει η εσωτερική κόλαση. Πληγές κόκκινες σας τη λάβα που σιγοκαίει προβάλλουν και σιγοκαίνε το κορμί ενώ το ετοιμάζουν για τη λύτρωση.
Γι’αυτό λοιπόν μάλλον είχαν δίκιο και κάποιοι παλαιότεροι που έλεγαν πως ιδού ο παράδεισος ιδού και η κόλαση. Καθημερινά επιλέγουμε το δρόμο. Η αλήθεια είναι πως θα βρούμε πολλές παρακάμψεις στην διάρκεια του ταξιδιού για να αλλάξουμε πορεία. Σε κάθε διασταύρωση όμως όπου επαναλαμβάνουμε την επιλογή για την κόλαση, τόσο πιο δύσκολη καθιστούμε μέσα μας την αλλαγή πορείας. Καθώς η συνήθεια είναι πλανεύτρα και δεν μας δείχνει το κακό της πρόσωπο, το κολασμένο, παρά μόνο το προσωρινά μασκαρεμένο ως παραδεισένιο.
Τόσοι θεοί στον κόσμο, τόσες διαφορετικές ανθρωπόμορφες μάσκες του έχουν φορέσει και ακόμη ο άνθρωπος τόσο τρομαγμένος είναι που δε θέλει να δει τη φάτσα του στο καθρέπτη!

Καταδικασμένοι απο τον φόβο του φόβου

Γεννιόμαστε φοβισμένοι. Ο φόβος μας μεταδίδεται απο γενιά σε γενιά όπως μεταδίδεται το ένστικτο των νεογέννητων θηλαστικών να ψάχνουν τη θηλη της μάνας τους ή όπως τα μόλις εκκολαφθεντα πτηνά ανοίγουν το στόμα όταν ακούν θόρυβο κοντά τους. Ο φόβος κυριεύει όλα τα όντα στη γη αφού η επιβίωση ειναι αεναος και ματαιος αγώνας. Ο άνθρωπος τον κουβαλάει ως κληροδότημα των προγόνων του που ζούσαν ελεύθεροι απο ιδέες. Ο φόβος πλέον εκτός απο γενετήσιος είναι κατά κύριο λόγο καλλιεργησιμος. Κατά κύριο λόγο όμως ο φόβος πάντα θα υπάρχει γιατί είμαστε καταδικασμένοι να γεννιόμαστε μέσα σε μια άβυσσο άγνοιας και έχουμε το βάρος να ανακαλύψουμε μόνοι μας την αλήθεια την διαχρονική και όχι αυτή των καιρών μας. Συνεχίζουν να μας τρομάζουν πράγματα που δεν είχαμε ποτε τη τύχη να γνωρίσουμε. Γι’ αυτο οφείλει η ζωή να ειναι μια συλλογή ιδίων εμπειριών για να απομυθοποιουμε μόνοι μας καταστάσεις και να απελευθερωνόμαστε σιγά σιγά απο φόβους που έχουν υπόσταση μόνο στο μυαλό μας. Το δύσκολο για πολύ κόσμο, ωστόσο, θα είναι να ξεχωρίσει ποιος φόβος προέρχεται απο τη φύση του ανθρώπου και ποιος του έχει καλλιεργηθεί συστηματικά ή μή.

Και εγώ ένα τέρας

Και εγώ ένα τέρας. Που ο ιδιαιτερα ευγνώμων και αυτοαποκαλούμενος μοναχικός άνθρωπος, του οποίου παραχωρησα ως όφειλα, και είχε εκ των προτέρων δικαίωμα, τη θέση διπλα μου που κατά τύχη έπιασα πρώτος, είχε διψα για επικοινωνία και εγώ επέλεξα να χαθώ στη μουσική μου και στο βιβλίο μου. Και αυτές οι ελαχιστες κουβέντες που ανταλλάξαμε – διακοπτοντας μου την ακρόαση – ήταν αρκετές για να αναρωτηθεί αν ειμαι Έλληνας. Ήθελα να τον ρωτήσω τι ειναι Έλληνας αλλα ημουν βυθισμένος στην ανάγνωση. Που να ήξερε πως εδω και αρκετό καιρό εχω πάψει να αποκαλούμαι Έλληνας καθως ούτε ξέρω τι σημαίνει ούτε με εκπροσωπεί αυτο που αντιπροσωπεύει. Ουτως ή αλλως ειναι ενας τιτλος που καποιοι αλλοι επελεξαν να μου δωσουν μαζι με μια ταυτοτητα που ουδέποτε εξεφρασα την επιθυμία να εχω. Εδω και δυο χρονια ακούω την φράση απο αυτούς που αποκαλούνται Έλληνες πως εγώ δεν είμαι ένας απο αυτούς. Και έχουν τόσο δίκιο οσο και άδικο.