Ο μεγάλος και ταυτόχρονα μικρός αλλά και μικρομεσαίος και τεράστιος Φερνάντο Πεσσόα, αποφάσισε – μία απο αυτές τις μοναχικές νύχτες που συνήθιζε να περνά είτε στα πατάρια εστιατορίων γύρω απο την Μπάϊσα της Λισαβώνας είτε στο γραφείο του στην ομώνυμη συνοικία – να γράψει το ποίημα που μεταφράζεται κυριολεκτικά ως “Η Πορτογαλική θάλασσα”.

Με πλήρη γνώση της ιστορίας του τόπου του αλλά και πλήρη επίγνωση του σκοπού του, αφιέρωσε αυτό το ποίημα σέ όλους όσους “θυσιάστηκαν” για να κάνουν το άλμα της ψυχής τους αλλά επίσης για όσους μεταφορικά επιλέγουν να περάσουν τον ατλαντικό της ζωής τους.

Με λίγα λόγια, μέσα σε αυτό το ποίημα, βρίσκουμε την ιστορία της Πορτογαλίας αλλά επίσης τον αγώνα του καθενός και την εσωτερική πάλη με την ψυχή τους.

Και κάπως έτσι ξεκινάει να παρομοιάζει την αλμύρα του ωκεανού με δάκρυα που χύθηκαν σε αυτόν.

Τόσο απο μανάδες που έκλαψαν για τα παιδιά τους που χάθηκαν σε αυτή ή και απο την αγωνία για τον γυρισμό ή μή των παιδιών τους.

Επίσης απο αυτούς που είχαν όνειρο και παρακαλούσαν πότε θα έρθει η ώρα τους να το διαβούν αυτό το μονοπάτι. Παιδιά που ζούσαν με το όνειρο άραγε του ταξιδιού, της ανακάλυψης νέας γής ή μήπως της ίδιας της ζωής που μάλλον όλο αυτό αποτελεί;

Επίσης μιλά για νέες γυναίκες που έμειναν ανύπαντρες, προφανώς από τον όρκο που έδωσαν στους αγαπημένους τους ότι θα τους περιμένουν, αλλά αυτοί δεν γύρισαν ποτέ.

Είτε γιατι ερωτεύθηκαν τη θάλασσα, είτε γιατί η θάλασσα ερωτεύτηκε αυτούς και τους κράτησε στην αγκαλιά της αιώνια. Ή μήπως γιατί στα εξωτικά μέρη ανακάλυψαν ότι ο έρωτας είναι απλά μια πλάνη. Μια γυναικεία συνήθως πλάνη σαν την θάλασσα. Όποιος έχει επίγνωση της δύναμης της γυναίκας και της θάλασσας μπορεί και αναγνωρίζει τον κίνδυνο. Αλλά ως πλανεύτρα που είναι, είναι δύσκολο το έργο να μείνεις ανέγγιχτος. Θέλει μεγάλη τόλμη και κουραγιό να πας ενάντια στις ορμές τις θάλασσας και της γυναίκας.

Όλα αυτά, για να γίνει η θάλασσα δική μας, να πούμε ότι την κατακτήσαμε!

Ο ποιητής (αν και δεν ήταν μόνο ποιητής – αντιθέτως θεωρώ ότι ο Πεσσόα αν μπορούσε να συνομιλήσει μαζί μου σήμερα είμαι σίγουρος πως θα συμφωνούσε στην άποψη μου ότι δεν χρειαζόμαστε επίθετα – ο έχων την επίγνωση του κόσμου, γνωρίζει πολύ καλά ότι μια προσωπικότητα δεν δύναται να χαρακτηριστεί απο επίθετα – αυτά μόνο αποτελούν λέξεις για να διευκολύνουν την κατανόηση εντός ενός διαλόγου μεταξύ τρίτων) αναρωτιέται αν άξιζε τον κόπο αυτός ο αγώνας για την κατάκτηση και τόσα δάκρυα χυμένα.

Αμέσως όμως ξεκαθαρίζει τη θέση του λέγοντας πως, όταν η ψυχή δεν είναι μικρή, το οτιδήποτε αξίζει το κόπο.

Με λίγα λόγια ασκεί κριτική για την λιγοψυχία ορισμένων ανθρώπων και οτιδήποτε πράττεται για μικροσκοπιμότητες. Οτιδήποτε όμως πράττεται προκειμένου να γίνει ένα άλμα ψυχής, αξίζει το κόπο. Και με την απάντηση του μας λέει πως κατοπως φαίνεται, αυτός ο αγώνας για την κατάκτηση της θάλασσας έγινε απο μεγαλοψυχία ορισμένων. Για να μπορέσουν οι άνθρωποι να πάνε ένα βήμα μπροστά, να εξελιχθούν. Να δουν την μεγαλύτερη εικόνα που μέσα της κρύβονται πολλές αλήθειες.

Συνεχίζοντας, μας λέει πως όποιος θέλει να διαβεί το ακρωτήρι οφείλει να περάσει μέσα απο τον πόνο, η αλλιώς έντονη ψυχική ή φυσική οδύνη.

Δεν γίνεται αλλιώς. Η βολή ποτέ δεν οδήγησε κανέναν πέρα απο το ήδη κεκτημένο. Η βολή στην καλύτερη των περιπτώσεων συντηρεί και συνήθως καταστρέφει. Αν θες να πας ένα βήμα παραπέρα την ψυχή σου και ότι αυτή κουβαλάει μαζί της, οφείλεις να ρισκάρεις, οφείλεις να βγείς στην αναζήτηση της Ιθάκης σου, όπως έλεγε ο Καβάφης. Θα χυθούν δάκρυα, θα υπάρξουν στιγμές απόγνωσης και πόνου. Αλλά αυτό είναι η ζωή και η ουσία της. Να βγεις ζωντανός απο αυτή την περιπέτεια. Αν τα καταφέρεις, μεγάλες θα’ναι οι ανταμοιβές, αν πάλι όχι, αυτοί που συνάντησες στο δρόμο θα σε θυμούνται και θα σε αναγνωρίσουν για τον ζήλο σου. Ίσως και να σε αναστήσουν με κάποιο τρόπο.

Και κλείνοντας το ποιήμα, όλο αυτό περίεχεται στις τελευταίες στροφές του.

Ο Δημιουργός (Θεός κατα τον Πεσσόα), λέει, έδωσε στην θάλασσα τον κίνδυνο και την άβυσσο, αλλά μέσα σ’αυτή είναι που ο ουρανός αντικατροπτίζεται!

Παραθέτω το ποίημα στα Πορτογαλικά:

Ó mar salgado, quanto do teu sal

são lagrimas de Portugal!

Por te cruzarmos, quantas mães choraram,

quantos filhos em vão rezaram!

Quantas noivas ficaram por casar,

para que fosses nosso, ó mar!

Valeu a pena? tudo vale a pena

se a alma não é pequena.

Quem quer passar além do Bojador,

tem que passar além da dor.

Deus ao mar o perigo e o abismo deu

mas nele é que espelhou o céu.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s