He once started to find the world, but it was so difficult to find it.

He knew neither where to go, nor where to look for it.
He was trembling every single step he used to take, no matter how full of courage he was.

Roads full of thorns ahead and he stayed back, showing cowardliness.

But the horse inside him was denying to stay back. It was there, waiting for the time when the thorns become buds to gallop cheerfully.

It was then when he realised that the weight of birth was unbearable for a human to keep walking.

That either you keep walking or stop.

It was something else who told him to keep going and forget the voices of the carnivorous society.



Εγώ εδώ, μέσα στην ασχήμια.

Σε αυτή την ασχήμια,

που άλλοι θεωρούν γοητευτική,

και άλλοι αποκρουστική.

Μα όλοι παραμένουν τελικά σε αυτή.

Εγώ εδώ λοιπόν.

Μέσα στην ασχήμια,

να νιώθω συγκίνηση,

αυτή που έρχεται,

εκεί, που δε τη περιμένεις.

Αυτή που κάθεται στα μάτια.

Όχι για την ασχήμια,

αλλά για την ομορφιά.

Την βραδιά εκείνη στο Ολίσσιπο,

όπου τα σώματα σμίξανε.

Και η μαγεία αυτή κατέκλυσε,

κάθε κύτταρο του σώματος μου.

Και αλλάξαμε εκείνη την μέρα.

Όχι εμείς, το μυαλό μας.

Και είναι εκείνες οι στιγμές,

που συνειδητοποιείς τη δύναμη της έλξης,

τη δύναμη που σε πάει μακριά,

αλλα και σε φέρνει κοντά.

Τί και αν είσαι μακριά,

η θύμηση πάντα θα μένει η ίδια.

Το ίδιο και οι στίχοι.

Όχι αυτοί, αλλά οι άλλοι.

Ποιός να ξέρει που θα καταλήξουν.


By Þoð.

Απληστία ή Ένδεια;

Τα’χουμε όλα και ζητάμε κι’ άλλα.

Έχουμε λίγα, ζητάμε κι’ άλλα.

Έχουμε πολλά, δε μας κάνουν,

Και εκεί που δεν έχεις τίποτα,

έχεις τα πάντα.

Και εκεί που έρχονται τα πάντα,

δε μπορείς να κρατήσεις το ένα.

Αλλά όλα λίγο κρατούν.

Τίποτα δε μένει ίδιο.

Σύντομα θα’ χεις λίγα,

και θα ζητάς και άλλα,

και έπειτα πάλι περισσότερα,

Και όλο λίγα θα’ χεις.

Καλύτερα έτσι όμως.

By Þoð.